PG 122, col. 829

ἔξαλλα, ἃς θεοπτίας οἱ θεοστυγεῖς καλοῦσιν (27).
Ὧν βουλομένοις γίνεσθαι θεαταῖς, ἰοὺ ἰοὺ, πόσα
μὲν αὐτοῖς τῶν αἰσχρῶν τελεῖται, πόσα δὲ τῶν ἆῤ-
ῥήτων καὶ μυσαρῶνί ἅπαν γὰρ ἔννομον παρ’ ἡμῖν
ῥητόν τε δόγμα πρακτόν τε ἔργον ἀθετοῦντες, λυτ-
τῶσι, καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς φυσικοὺς ἀθετοῦντες
εἱσι νόμους. Καὶ τὰς παροινίας είς γραφὴν ἐνεῖναι
μόνης ἂν εἴη τῆς Ἀρχιλόχου βδελυρίας ἔργον.
Οἶμαι δὲ κάκεῖνον, εἰ παρῆν, ὀκνήσειν ἀξιῶσαι
μνήμης ὄργια κατάπτυστα καὶ ἐξάγιστα, μήτε ἐφ’
Ἑλλάδος, μήτε βαρϐάρου γῆς γενόμονα πώποτε.
Ποῦ γὰρ καὶ πότε καὶ παρά τίσιν ἤκουσταί που τῆς
ὑγρᾶς καὶ τῆς ξηρᾶς ἀπογεύσασθαι περιττώ- Β
ν Α , .... . . ι ρ. ..ι
ματος ἄνθρωπον, τίμιον ζῶον καὶ ἱερόν; ’ὀ μηδὲ
τοὺς λυττῶντας θῆρας καρτερήσειν οἶμαι. Ἀλλ’
ὅμως τοῖς κακοδαίμοσι τούτοις προτελεῖται τοῦ-
το (30).
ΤΙΜΟΘ. Δι’ ἢν αἰτίαν, ὧ Θρᾷξ ;
ΘΡᾼΞ. Τό μὶν ἀπόρρητον, ὦ ἑταῖρε, εἰδεῖεν ἃν οἱ
ταυτὶ τελοῦντες· ἐμοί δὲ πολλάκίς ἆνερομένῳ πλέον
εἶπον οὐδὲν, πλὴν ὅτι τῶν περιττωμάτων μεταλα-
χοῦσι φίλα σφίσι γίνεται καὶ προσήγορα τὰ δαιμό-
νια. Καὶ τουτὶ τὸ μέρος οὔτι μοι δοκοῦσιν ἐψεῦσθαι,
καίτοι τᾶλλα μηδὲν ἀληθὲς εἷδότες λέγειν. Οὐδὲν γὰρ
οὕτω τοῖς ἀντικειμένοις πνεύμασιν ἥδιστον, ὡς τὸ
τὸν φθονούμενον ἄνθρωπον, είκόνι τιμηθέντα θείᾳ,
πρὸς τοσαύτην ὀλισθαίνειν ὕϐριν. Τοιοῦτον μὲν δὴ
της ἀνοίας αὐτῶν τὸ ἀποτέλεσμα, κοινὸν ὃν οὐ μόλ C
νον τοῖς προεστῶσι τοῦ δόγματος, είς οὓς καὶ τὴν
τῶν ἀποστόλων καταρῥιπτοῦσι προσηγορίαν, ἀλλὰ
καὶ τοῖς Εὐχίταις καὶ τοῖς Γνωστοῖς (31)· τήν δὲ
δὴ μυστικὴν θυσίαν (32), ἀλεξίκακε Λόγε, τίς ἂν
ἐξενέγκοι λύγος; Ἐγὼ μὲν αἰσχύνομαι (33), νή τήν
GAULMINI NOTIE.
H125“) Et tamen angelos sive daemones divitiarum
sibi fingunt. De aliquo_ex illis Testam. Salom. Ἐμ-
φαίνει θῆσαυρορςηποῖεῖ δὲ καὶ τὸνίίχρώμενον ἀθεω-
ῥητον ὑπο μηδενὸς θεωρούμενον. Νιῖςαέλᾳυειε ⁷νὶτὶ
(ἐθοιὶ priitlem est cum ludibrio, ut {lari debuit, tra-
uxerun .
UXGPUDL
(26) Μηδενὸς κρατοῦντα, quia Domini est terra et
plepniludoqejus (Ρὲαι. xxm, ἱ).
(27) Θείας αὐτοψίας vocat Damascius in Isidori
Vita anud Photium (Bibl. cod. 181. n. 4029)- Illa-
ud Photium (βίω. cod. 131, ρ. 4029), llla- ι)
ιῑθ, 8
vna εὲιυα rhenum (mm. con. 161, p. 1029). Illa-
rum μ uo genera in theurgicis veteres constituere,
τον αἰσθητλῧκὸν τῶν ἐγρηγορῖίτων, τὸν δὲ φαντασιώδη
τῷν καθευδόντωνηὴώῦῐῖοῇυε lib. De mys'ter. {Egpr
tior. quomodo alianuminaaliterappareant atque
agantoptime omnium ex theurgica 'doctrina dis-
tinguit}: quo toto capite nihil apud veteres magos
accuratius reperies.
(28) illius qui Lycambae spretus infido gener et
quem id eo_ proprio rabies armauitiambo. Ἀρχιλόχου
πατρὶς ett ᾍρᾈίλοᾉον πατεῖν inde, in Οἱὸξθῐιίἑῖιο
πατρις θιΔρχιΛοέον πατειν inae In Diogeniano
(ιι, 93) et Suida, πὶ ’τῶν λοιδορούντων και κακη-
sopora, notiora sunt. Nos, ne quod omnes sciunt
lcamus. dabimus illius enitanhinm- mmd ex tam-
icamus, dabimus illius epitaphium,quod ex tem-
pore SCI’I palmus ἶ
ἰὸνᾳᾲποστάζουσα- σελὶς καὶ πικρος ἷάμϐος
Εἴσετι μαινομένης μάρτυρες ἐύεπίής.

Testo OCR da scansione; possono restare errori di lettura.

Salva per dopo

Inserisci la tua email: ti invieremo un link per accedere. Nessuna password. Ciò che salvi (voci, versetti, capitoli, documenti) ti segue su ogni dispositivo.