PG 35, col. 1101
In English: Select Orations of Saint Gregory Nazianzen 21.0
σιωτάτους παρακλήτορας κακῶν, ὡς αύτός φησιν,
ού θεραπευτάς οἳ τὸ μὲν πάθος ἑώρων, τὸ δὲ τοῦ
πάθους ἀγνοοῦντες μυστήριον, οὐ βάσανον ἀρετῆς,
ἀλλά κακίας εἶ’σπραξιν, τὴν πληγὴν ὑπελάμϐανον .
Καὶ ούκ ἐνόμιζον μόνον , ἀλλ’ οὐδὲ ᾐσχύνοντο τὸ
δεινὸν ὀνειδίζοντες (10), ὁπότε καὶ εἷ’ διὰ κακίαν
ἔπασχε , σοφίζεσθαι τὸ λυποῦν ἔδει παραμυθίας
ῥήμασιν.
ipsius dolorem perspicerent, nec doloris arcanum intelligerent, in ea opinione versabantur, ut non vir-
tutis explorandae, sed vindicandi sceleris causa, hanc illi plagam inflictam esse existimarent. Quid dico?
existimarent? Imo nec calamitatem ei exprobrare verebantur; idque eo tempore, cum, etiam si peccati
poenam lueret, ejus tamen angorem blandis sermonibus fallere ac mitigare conveniebat.
lH'. Οὕτω μὶν οὖν 6 Ἰὼϐ, καὶ τὰ πρῶτα τῆς
περὶ αὑτὸν πραγματείας. Ἀγὼν γὰρ ἦν ἀρετῆς (11)
καὶ φθόνοιν τοῦ μὶν, ὅπως τοῦ καλοῦ κρατήσῃ (12),
φιλονεικοῦντος⁹ τῆς δὲ, ὅπως ἀήττητος διαμείνῃ ,
πάντα φερούσης καὶ τού μὶν, ὅπως εύοδώσῃ κα-
κίαν, ἀγωνιζομένου, διὰ τῆς τῶν κατορθούντων κο-
λςιὶσεως⁸ τῆς δὲ, ὅπως κατάσχῃ τοὺς ἀγαθοὺς, κάν
ταῖς συμφοραῖς τὸ πλέον (13) ἔχοντας. Τί δαὶ (14)
6 πρὸς αὐτὸν χρηματίζων διὰ λαίλαπος καὶ νεφῶν,
ὁ βραδὺς είς κόλασιν, καὶ ταχὺς είς ἀντίληψιν, 6 μὴ
παντελῶς ἰπαφιεῖς ῥάϐδον ἁμαρτωλῶν κλήρῳ δι-
καίων, ’ίνα μὴ κακίαν δίκαιοι μάθωσιν ; Ἐπὶ τέλει
τῶν ἄθλων ἀναγορεύει τὸν ἀθλητήν λαμπρῷ τῷ
κηρύγματι, καὶ γυμνοῖ τῆς πληγῆς τὸ ἀπόρρητον,
Οῖει με ἄλλως σοι (15) κεχρηματικέναι, λέγων ,
ἢ ’ίνα ἀναφανῇς δίκαιος
; Τοῦτο τῶν τραυμάτων
. , . . η
τὸ φάρμακον, οὗτος.τῆς ἀγωνίας 6 στέφανος, αὕτη
τῆς ὑπομονῆς ἡ ἀντίδοσις. Τὰ γὰρ ἑξῆς ἴσως καὶ (16)
μικρὰ, κᾶν μεγάλα τισὶ δοκῇ, καὶ μικρῶν ἕνεκεν
οἷκονομηθὲντα, καὶ εί διπλασίῳ (17) τῶν ἀφῃρημέ-
νων ἀντιλαμϐάνει.
ΙΘ’ . Ούκοῦν ούδὶ ἐνταῦθα θαυμαστὸν , εί (18)
Ἀθανασίου πλέον ἔσχε Γεώργιος· ἀλλ’ ἐκεῖνό γε (19)
θαυμασιώτερον , εί μὴ έπυρώθη ταῖς ἐπηρείαις 6
δίκαιος. Οὐδὲ τοῦτο θαυμαστὸν ἄγαν, ἀλλ’ εἷ’ (20)
ἰπὶ πλέον αἱ φλόγες ἤρκεσαν. Ἐντεῦθεν 6 μὲν ἦν
lx ποδῶν, καὶ τὴν φυγαδείαν (21) ὡς κάλλιστα δια-
τίθεται. Τοῖς γὰρ ἱεροῖς καὶ θείοις τῶν κατ’ Δῖίγυ-
πτον (22) φροντιστηρίοις φέρων ἒαυτὸν δίδωσιν ’
οἳ κόσμου ’χωρίζοντες ἑαυτοὺς, καὶ τὴν ἔρημον
ἀσπαζόμενοι, ζῶσι Θεῷ, πάντων μᾶλλον τῶν στρε-
⁶⁷ Job. xv1, 2. ⁵⁸ Psal. cxxw, 3. ³9 Job. XL, 3.
⁸⁸ Job. ιι, 7 et seq.
(10) Τὸ δεινὸν ὀνειδίζοντεςἶ ι( Impietatem, » non
‹‹ calamitatem » Jobo objiciebant uxor et amici ς
atque contendebant, .eum‘ his malis ac miseriis af-
fici, quod esset alicujus sceleris_reus.
(11) Ἦν ἀρετῆς, Sic quatuor Regg. In ed., ἀρε-
magni ατησῃ. Regg. h, et Comhef., κρατήσει.
(13) Πςέον. Ouatuor ἕδεα.. πλεῖον.
13) Πλέον. Quatuor Ruggq πλεῖον.
14) Aut. Duop_R_egg., διῑ
ε ἄλλῶξ σοι, etc. Nobil. ι( Putas, in-
(15) Οἴει
qu‘it,'me aliter tibi? respondisse, quam ut iustus Gregorius siquidem hac voce ‹‹ solitarios et eremi-
ιρρανοεει »ε
(16) Καί. Deest in tribus Begg. et Or. 1.
ού θεραπευτάς οἳ τὸ μὲν πάθος ἑώρων, τὸ δὲ τοῦ
πάθους ἀγνοοῦντες μυστήριον, οὐ βάσανον ἀρετῆς,
ἀλλά κακίας εἶ’σπραξιν, τὴν πληγὴν ὑπελάμϐανον .
Καὶ ούκ ἐνόμιζον μόνον , ἀλλ’ οὐδὲ ᾐσχύνοντο τὸ
δεινὸν ὀνειδίζοντες (10), ὁπότε καὶ εἷ’ διὰ κακίαν
ἔπασχε , σοφίζεσθαι τὸ λυποῦν ἔδει παραμυθίας
ῥήμασιν.
ipsius dolorem perspicerent, nec doloris arcanum intelligerent, in ea opinione versabantur, ut non vir-
tutis explorandae, sed vindicandi sceleris causa, hanc illi plagam inflictam esse existimarent. Quid dico?
existimarent? Imo nec calamitatem ei exprobrare verebantur; idque eo tempore, cum, etiam si peccati
poenam lueret, ejus tamen angorem blandis sermonibus fallere ac mitigare conveniebat.
lH'. Οὕτω μὶν οὖν 6 Ἰὼϐ, καὶ τὰ πρῶτα τῆς
περὶ αὑτὸν πραγματείας. Ἀγὼν γὰρ ἦν ἀρετῆς (11)
καὶ φθόνοιν τοῦ μὶν, ὅπως τοῦ καλοῦ κρατήσῃ (12),
φιλονεικοῦντος⁹ τῆς δὲ, ὅπως ἀήττητος διαμείνῃ ,
πάντα φερούσης καὶ τού μὶν, ὅπως εύοδώσῃ κα-
κίαν, ἀγωνιζομένου, διὰ τῆς τῶν κατορθούντων κο-
λςιὶσεως⁸ τῆς δὲ, ὅπως κατάσχῃ τοὺς ἀγαθοὺς, κάν
ταῖς συμφοραῖς τὸ πλέον (13) ἔχοντας. Τί δαὶ (14)
6 πρὸς αὐτὸν χρηματίζων διὰ λαίλαπος καὶ νεφῶν,
ὁ βραδὺς είς κόλασιν, καὶ ταχὺς είς ἀντίληψιν, 6 μὴ
παντελῶς ἰπαφιεῖς ῥάϐδον ἁμαρτωλῶν κλήρῳ δι-
καίων, ’ίνα μὴ κακίαν δίκαιοι μάθωσιν ; Ἐπὶ τέλει
τῶν ἄθλων ἀναγορεύει τὸν ἀθλητήν λαμπρῷ τῷ
κηρύγματι, καὶ γυμνοῖ τῆς πληγῆς τὸ ἀπόρρητον,
Οῖει με ἄλλως σοι (15) κεχρηματικέναι, λέγων ,
ἢ ’ίνα ἀναφανῇς δίκαιος
; Τοῦτο τῶν τραυμάτων
. , . . η
τὸ φάρμακον, οὗτος.τῆς ἀγωνίας 6 στέφανος, αὕτη
τῆς ὑπομονῆς ἡ ἀντίδοσις. Τὰ γὰρ ἑξῆς ἴσως καὶ (16)
μικρὰ, κᾶν μεγάλα τισὶ δοκῇ, καὶ μικρῶν ἕνεκεν
οἷκονομηθὲντα, καὶ εί διπλασίῳ (17) τῶν ἀφῃρημέ-
νων ἀντιλαμϐάνει.
ΙΘ’ . Ούκοῦν ούδὶ ἐνταῦθα θαυμαστὸν , εί (18)
Ἀθανασίου πλέον ἔσχε Γεώργιος· ἀλλ’ ἐκεῖνό γε (19)
θαυμασιώτερον , εί μὴ έπυρώθη ταῖς ἐπηρείαις 6
δίκαιος. Οὐδὲ τοῦτο θαυμαστὸν ἄγαν, ἀλλ’ εἷ’ (20)
ἰπὶ πλέον αἱ φλόγες ἤρκεσαν. Ἐντεῦθεν 6 μὲν ἦν
lx ποδῶν, καὶ τὴν φυγαδείαν (21) ὡς κάλλιστα δια-
τίθεται. Τοῖς γὰρ ἱεροῖς καὶ θείοις τῶν κατ’ Δῖίγυ-
πτον (22) φροντιστηρίοις φέρων ἒαυτὸν δίδωσιν ’
οἳ κόσμου ’χωρίζοντες ἑαυτοὺς, καὶ τὴν ἔρημον
ἀσπαζόμενοι, ζῶσι Θεῷ, πάντων μᾶλλον τῶν στρε-
⁶⁷ Job. xv1, 2. ⁵⁸ Psal. cxxw, 3. ³9 Job. XL, 3.
⁸⁸ Job. ιι, 7 et seq.
(10) Τὸ δεινὸν ὀνειδίζοντεςἶ ι( Impietatem, » non
‹‹ calamitatem » Jobo objiciebant uxor et amici ς
atque contendebant, .eum‘ his malis ac miseriis af-
fici, quod esset alicujus sceleris_reus.
(11) Ἦν ἀρετῆς, Sic quatuor Regg. In ed., ἀρε-
magni ατησῃ. Regg. h, et Comhef., κρατήσει.
(13) Πςέον. Ouatuor ἕδεα.. πλεῖον.
13) Πλέον. Quatuor Ruggq πλεῖον.
14) Aut. Duop_R_egg., διῑ
ε ἄλλῶξ σοι, etc. Nobil. ι( Putas, in-
(15) Οἴει
qu‘it,'me aliter tibi? respondisse, quam ut iustus Gregorius siquidem hac voce ‹‹ solitarios et eremi-
ιρρανοεει »ε
(16) Καί. Deest in tribus Begg. et Or. 1.