PG 33, col. 929
In English: The Catechetical Lectures of S. Cyril 16.0
Πὲπουξαν μικρότατον κωμύδριον ἐν τῇ Φρυγίᾳ κα-
ταλαϐὼν,καὶ ψευδῶς Ἰερουσαλὴμ ὀνομάσας τοῦτο·
καὶ ἀθλιώτατα παιδία γυναικῶν μικρὰ σφαττων, καὶ
κατακόπτων εἷς ἀθέμιτον βρῶσιν, προφάσει τῶν κα-
λουμένων παρ’ αὖεοῖς μυστηρίων (διὸ μὲχρις πρώην
ἐν τῷ διωγμῷ, τοῦτο ποιεῖν ἡμεῖς ὑποπτευόμεθα, διὰ
τὸ, κάκείνους (2) τοὺς Μοντανοὺς, ψευδῶς μὲν ὁμω-
νύμως δὲ, καλεῖσθαι Χριστιανοὺς), ἐτόλμησεν ἑαυτὸν
εἰπεῖν ἅγιον Πνεῦμα⁸ 6 πάσης ἀσεϐείας καὶ ἀπαν-
θρωπίας πεπληρωμένος, 6 ἀναπολόγητον ἔχων
τήν καταδίκην .
ϐ’. Ἐπηγωνίσατο, καθὼς προείρηται, καὶ 6 δυσ-
σεϐὲστατος Μάνης, 6 τὰ τῶν αἱρέσεων πασῶν κακὰ
συνειληφώςο καὶ οὗτος τελευταῖος βόθρος ἀπωλείας
τυγχάνων, τὰ πάντων (4) συλλέξας ὁμοῦ τῶν αἱρετι-
κῶιο, καινοτέραν είργάσατο καὶ ἐδίδαξε πλάνην.
ἐτόλμησέ τε εἷ’πεῖν, ὅτι αὐτὸς εἴη ὁΠαράκλητος, ὅν
ἐπηγγείλατο Χριστὸς ἀποστέλλειν. Ἀλλ’ 6 Σωτὴρ
ἐπαγγειλάμενος εἶπε τοῖς ἀποστόλοις’ Ὑμεῖς δὲ
καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἰερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνξύ-
σησθε ἐξ ὕψους δύναμιν. Τί οὖν; ἄρα οἱ τελευτή-
σαντες ἀπόστολοι ἀπὸ διακοσίων ἐτῶν, ἐξεδέχοντο
τὸν Μάνην, ἕως ἄν ἐνδύσωνται τὴν δόνα;λιν; καὶ τολ-
μήσει τις εἰπεῖν, ὅτε οὐκ ἦσαν ἔκτοτε πλήρεις ἁγίου
ΠνεύματοςςΚαὶ μὴν γέγραπται, ’ὁτι Τότε ἐπετίθε-
σαν (5) τὰς χεῖρας, καὶ ἐλάμϐανον Πνεῦμα ἃγιον,
Ἀρα οὐχὶ πρὸ τοῦ Μάνη, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν τοῦτο
ἐγένετο, καταϐάντος ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς
τοῦ ἁγίου Πνεύματος ;
1’. Διὰ τί κατεκρίθη Σίμων ὁ Μάγος ; ἄρ, οὐ προσ-
ελθὼν τοῖς ἀποστόλοις, καὶ εἶπών· Δότε κάμοὶ τήν
ἐξουσίαν ταύτην, ἵνα, ᾦ ἄν ἐπιοῶ τὰς χεῖμας,
λαμϐάνῃ Ηγεῦμα ἀγιον; Οὐ γὰρ εἷπε, Δότε κάμοὶ
Πνεύματος ἁγίου κοινωνίαν, ἀλλ’, ἐξουσίαν, ’ίνα ἄλ-
λοις πιπράσκῃ τὸ ἄπρατον, 6' αὐτὸς μή ἐκέκτητο.
⁵⁴ Vid. cat 6, η. 8 et 11.
⁵⁵ num. 6, et cat. 6, η. 25.
⁵⁸ ibid. 19.
(1) Διά συσσήμων.Ρϐν signa. Coisl., διὰ συσσή-
μων, compendio. At" eamdem vocem, διὰ συσσή-
μων, simili in causa, dum Manicbazorum probra
recensere aggreditur, usurpat cat. 6, n. 33.Ἁά vo-
cem Ῑίἑπουζαν, monet nos Millesius inmargine cod.
Boe haac ascripta esse: 'll μικρὰ καὶ εὐτελής πό-
λις· Parvum hec et vile oppidum:
ς· ramum noc et vue ο ριαιιιη.
(2) Κάκείνους. Ex coddi.J Roe, Casaub. et Grod.
hoc ut elegantius et significantius scripsimus loco
uoc ut elegantius er. sigmncanuus scripSImus
ἐκείνους quodin impressis simpliciter, egitur.
(3) :0 ἀναπολ. εχών. Articulum _6 addidimus, et
l_o_co ἔχει scripsimus ex Coisl , Roe, Casauh.
(4) Τὰ πάντων. Habetur in editis, πάντα. Scri-
bere nos πάντων ex cod. Coisl. suasit similis locus
cat. 6, ΙΙ. 20, ita a nobis emendatus, τὰ πάντων λα-
ϐὼν, καὶ μίαν αἳρεσιν, etc. Loco ¹κενωτέραν, levio-
rem. cantarem, posuimus, καινοτέραν, recentiorem,
ex codd. Ceisl., Roe,()asaub. ; sic cat. l7, n.15, διαέ
ὃήματα καινότερα dicit. Illud autem, 'xaworépav,
novam magis, vel significat novum impietatis cu-
mulum, a’ Manete exceptis aliunde haeresibus sin-
fiularitcr adjectum : vel idcirco positum est,ut ve-
ementius repellatur vanitas hominis.aui cum duo
ementius repellatur vanitas hominis,qui cum duo
centis post apostolorum aetatem annis prodivisset,
ταλαϐὼν,καὶ ψευδῶς Ἰερουσαλὴμ ὀνομάσας τοῦτο·
καὶ ἀθλιώτατα παιδία γυναικῶν μικρὰ σφαττων, καὶ
κατακόπτων εἷς ἀθέμιτον βρῶσιν, προφάσει τῶν κα-
λουμένων παρ’ αὖεοῖς μυστηρίων (διὸ μὲχρις πρώην
ἐν τῷ διωγμῷ, τοῦτο ποιεῖν ἡμεῖς ὑποπτευόμεθα, διὰ
τὸ, κάκείνους (2) τοὺς Μοντανοὺς, ψευδῶς μὲν ὁμω-
νύμως δὲ, καλεῖσθαι Χριστιανοὺς), ἐτόλμησεν ἑαυτὸν
εἰπεῖν ἅγιον Πνεῦμα⁸ 6 πάσης ἀσεϐείας καὶ ἀπαν-
θρωπίας πεπληρωμένος, 6 ἀναπολόγητον ἔχων
τήν καταδίκην .
ϐ’. Ἐπηγωνίσατο, καθὼς προείρηται, καὶ 6 δυσ-
σεϐὲστατος Μάνης, 6 τὰ τῶν αἱρέσεων πασῶν κακὰ
συνειληφώςο καὶ οὗτος τελευταῖος βόθρος ἀπωλείας
τυγχάνων, τὰ πάντων (4) συλλέξας ὁμοῦ τῶν αἱρετι-
κῶιο, καινοτέραν είργάσατο καὶ ἐδίδαξε πλάνην.
ἐτόλμησέ τε εἷ’πεῖν, ὅτι αὐτὸς εἴη ὁΠαράκλητος, ὅν
ἐπηγγείλατο Χριστὸς ἀποστέλλειν. Ἀλλ’ 6 Σωτὴρ
ἐπαγγειλάμενος εἶπε τοῖς ἀποστόλοις’ Ὑμεῖς δὲ
καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἰερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνξύ-
σησθε ἐξ ὕψους δύναμιν. Τί οὖν; ἄρα οἱ τελευτή-
σαντες ἀπόστολοι ἀπὸ διακοσίων ἐτῶν, ἐξεδέχοντο
τὸν Μάνην, ἕως ἄν ἐνδύσωνται τὴν δόνα;λιν; καὶ τολ-
μήσει τις εἰπεῖν, ὅτε οὐκ ἦσαν ἔκτοτε πλήρεις ἁγίου
ΠνεύματοςςΚαὶ μὴν γέγραπται, ’ὁτι Τότε ἐπετίθε-
σαν (5) τὰς χεῖρας, καὶ ἐλάμϐανον Πνεῦμα ἃγιον,
Ἀρα οὐχὶ πρὸ τοῦ Μάνη, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν τοῦτο
ἐγένετο, καταϐάντος ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς
τοῦ ἁγίου Πνεύματος ;
1’. Διὰ τί κατεκρίθη Σίμων ὁ Μάγος ; ἄρ, οὐ προσ-
ελθὼν τοῖς ἀποστόλοις, καὶ εἶπών· Δότε κάμοὶ τήν
ἐξουσίαν ταύτην, ἵνα, ᾦ ἄν ἐπιοῶ τὰς χεῖμας,
λαμϐάνῃ Ηγεῦμα ἀγιον; Οὐ γὰρ εἷπε, Δότε κάμοὶ
Πνεύματος ἁγίου κοινωνίαν, ἀλλ’, ἐξουσίαν, ’ίνα ἄλ-
λοις πιπράσκῃ τὸ ἄπρατον, 6' αὐτὸς μή ἐκέκτητο.
⁵⁴ Vid. cat 6, η. 8 et 11.
⁵⁵ num. 6, et cat. 6, η. 25.
⁵⁸ ibid. 19.
(1) Διά συσσήμων.Ρϐν signa. Coisl., διὰ συσσή-
μων, compendio. At" eamdem vocem, διὰ συσσή-
μων, simili in causa, dum Manicbazorum probra
recensere aggreditur, usurpat cat. 6, n. 33.Ἁά vo-
cem Ῑίἑπουζαν, monet nos Millesius inmargine cod.
Boe haac ascripta esse: 'll μικρὰ καὶ εὐτελής πό-
λις· Parvum hec et vile oppidum:
ς· ramum noc et vue ο ριαιιιη.
(2) Κάκείνους. Ex coddi.J Roe, Casaub. et Grod.
hoc ut elegantius et significantius scripsimus loco
uoc ut elegantius er. sigmncanuus scripSImus
ἐκείνους quodin impressis simpliciter, egitur.
(3) :0 ἀναπολ. εχών. Articulum _6 addidimus, et
l_o_co ἔχει scripsimus ex Coisl , Roe, Casauh.
(4) Τὰ πάντων. Habetur in editis, πάντα. Scri-
bere nos πάντων ex cod. Coisl. suasit similis locus
cat. 6, ΙΙ. 20, ita a nobis emendatus, τὰ πάντων λα-
ϐὼν, καὶ μίαν αἳρεσιν, etc. Loco ¹κενωτέραν, levio-
rem. cantarem, posuimus, καινοτέραν, recentiorem,
ex codd. Ceisl., Roe,()asaub. ; sic cat. l7, n.15, διαέ
ὃήματα καινότερα dicit. Illud autem, 'xaworépav,
novam magis, vel significat novum impietatis cu-
mulum, a’ Manete exceptis aliunde haeresibus sin-
fiularitcr adjectum : vel idcirco positum est,ut ve-
ementius repellatur vanitas hominis.aui cum duo
ementius repellatur vanitas hominis,qui cum duo
centis post apostolorum aetatem annis prodivisset,